Είδε τον εαυτό της στους ξερότοπους της Αιθιοπίας, να τρέχει και να ψάχνει απελπισμένη τα μωρά της. Γύρω της υπήρχαν δεκάδες μελαμψά παιδάκια, μα εκείνη τα προσπερνούσε γυρεύοντας τα δικά της.
Ξαφνικά τα είδε. Ήταν βέβαιη πως ήταν τα δικά της παιδιά, το ένιωσε τη στιγμή που τα αντίκρυσε και μια άγρια χαρά πλημμύρισε την καρδιά της. Έτρεξε κοντά τους να τ' αγκαλιάσει, μα εκείνα απομακρύνονταν. Την έπιασε πανικός. Κάθισε απογοητευμένη στον κορμό του δέντρου κι άρχισε να κλαίει. Τότε το μεγαλύτερο κοριτσάκι τής μίλησε.
«Μην κλαις, μαμά, και μη στεναχωριέσαι. Υπάρχει εδώ ένα κοριτσάκι που σε περιμένει. Αυτό θα είναι το παιδί σου κι εσύ η μαμά του. Και θα είστε πολύ ευτυχισμένες και οι δυο. Η ζωή σου θα γεμίσει φως. Φως από τα μάτια της και την καρδιά της».